ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΕΝΕΝΗΝΤΑ ΕΤΩΝ

Με λένε Δημήτρη και είμαι 6 χρονών.
Ο μπαμπάς μου παλιότερα τα βράδια, μου έλεγε ένα παραμύθι, που μου άρεσε να το ακούω συνέχεια, για ένα παππού γίγαντα, που ήτανε λέει ψηλότερος από το βουνό που βλέπαμε από το μπαλκόνι του σπιτιού μας.
Eπειδή ήταν τεράστιος και δεν υπήρχε σπίτι να τον χωράει να μπει μέσα, το καλοκαίρι τον έκαιγε ο ήλιος, ενώ τον βαρύ χειμώνα, χτυπούσαν το σώμα του, οι κεραυνοί και οι καταιγίδες.
Μου έλεγε ότι όλα αυτά τα χρόνια, υπήρχαν πάντα άνθρωποι, που ζήλευαν την δύναμή του και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο, να ροκανίσουν το μπαστούνι του για να πέσει.
Μου έλεγε όμως ότι πάντα υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι, που πήγαιναν στον γίγαντα φαγητό και τον βοηθούσαν να γιατρέψει τις πληγές του.
Το όνομά του παππού γίγαντα ήτανε Τηλυκράτης και ο μπαμπάς μου είχε πει,  ότι ξεκουράζεται πίσω από το βουνό και ότι αν ήμουν τυχερός, ίσως κάποια φορά που σηκωνόταν να τον έβλεπα κι εγώ.
Αργότερα όταν ο μπαμπάς μου με έγραψε στην Ακαδημία για να παίξω ποδόσφαιρο, κατάλαβα ότι η αγαπημένη μου ομάδα ο Τηλυκράτης, πήρε το όνομά της από τον παππού γίγαντα.
Τον χειμώνα φέτος πήγα πολλές φορές και στο μεγάλο γήπεδο, που έπαιζε η  ομάδα μας και μάζευα τις μπάλες πίσω από το τέρμα.
Σε έναν αγώνα που το γήπεδο ήταν γεμάτο με κόσμο, όταν ο φίλος μου ο Παύλος έβαλε γκολ και είδα όλους αυτούς στην κερκίδα και μέσα στο γήπεδο να αγκαλιάζονται και να πανηγυρίζουν, γύρισα τη ματιά μου προς το βουνό και είδα τον παππού γίγαντα, να στέκεται όρθιος και να μου χαμογελάει.
Τώρα πια είμαι σίγουρος ότι ο παππούς γίγαντας που τον λένε Τηλυκράτη, βρίσκεται εκεί πίσω από το βουνό της Ελάτης κι έδωσα την υπόσχεση στον μπαμπά μου, ότι θα τον βοηθάω κι εγώ όπως μπορώ, για να είναι εκεί πάντα, να μας βλέπει και να είναι χαρούμενος.

Leave a Reply